Αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενόψει της συνεδρίασής της αυτή την εβδομάδα, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, την ώρα που η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζει ολοένα και περισσότερα σημάδια επιβράδυνσης.
Σύμφωνα με οικονομολόγους τους οποίους επικαλείται το Bloomberg, η ΕΚΤ κινδυνεύει να επαναλάβει το λάθος του 2011, όταν προχώρησε σε δύο αυξήσεις επιτοκίων υπό την προεδρία του Ζαν-Κλοντ Τρισέ, για να αναγκαστεί λίγους μήνες αργότερα να τις ανακαλέσει καθώς η κρίση χρέους βύθιζε την Ευρώπη σε νέα ύφεση.
Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εμφανίζονται πλέον όλο και πιο πεπεισμένοι ότι απαιτείται αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να αποτραπεί η μεταφορά του ενεργειακού σοκ στο σύνολο της οικονομίας και να διατηρηθεί η αξιοπιστία της τράπεζας στη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει ήδη φθάσει στο 3,2%, σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ οι δείκτες υποκείμενου πληθωρισμού και οι προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων για τις μελλοντικές τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά.
“Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών αυξάνεται”, προειδοποίησε πρόσφατα το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Ιζαμπέλ Σνάμπελ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής.
Ωστόσο, αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να επιδείξει μεγαλύτερη υπομονή μέχρι να διαπιστωθεί αν το ενεργειακό σοκ θα έχει μόνιμο χαρακτήρα ή αν θα αποκλιμακωθεί μέσω μιας πιθανής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Ο Νταβίντε Ονέλια της TS Lombard θεωρεί ότι η ΕΚΤ κινδυνεύει να υπερβάλει στην προσπάθειά της να αποδείξει την αξιοπιστία της, επισημαίνοντας ότι η εμπειρία του 2011 παραμένει μια από τις σημαντικότερες προειδοποιήσεις για τη χάραξη νομισματικής πολιτικής σε περιόδους αβεβαιότητας.
Παρόμοια άποψη εκφράζει και η επικεφαλής οικονομολόγος της Societe Generale, Μικαέλα Μαρκούσεν, η οποία υποστηρίζει ότι η αύξηση των επιτοκίων πριν υπάρξουν σαφείς ενδείξεις δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη σύσφιξη των χρηματοδοτικών συνθηκών.
Επιβράδυνση της οικονομίας
Οι ανησυχίες ενισχύονται από την εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη. Οι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας υποχώρησαν στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2024, ενώ η οικονομία της περιοχής συρρικνώθηκε στο α’ τρίμηνο του έτους, μετά την αναθεώρηση των στοιχείων ανάπτυξης.
Η αδυναμία είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γαλλία, ενώ η καταναλωτική δαπάνη και οι επιχειρηματικές επενδύσεις συνεχίζουν να επηρεάζονται από το υψηλό κόστος χρηματοδότησης και την αβεβαιότητα.
Παρά τις επιφυλάξεις, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι μια περιορισμένη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προληπτικό μέτρο, χωρίς να προεξοφλείται ένας παρατεταμένος κύκλος σύσφιξης.
Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Πέτερ Πρατ, υποστηρίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να δείχνουν έμπρακτα την αποφασιστικότητά τους. Όπως σημειώνει, μια αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο ως “προειδοποιητική βολή” προς τις αγορές παρά ως η αρχή μιας σειράς διαδοχικών παρεμβάσεων.
Αντίστοιχα, η επικεφαλής οικονομολόγος Ευρώπης της PGIM, Κάθριν Νάις, εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ευελιξία της, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών μειώσεων επιτοκίων εάν η οικονομία επιδεινωθεί σημαντικά.
Οι αγορές προεξοφλούν σήμερα δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, ενώ αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν πιθανή την έναρξη ενός νέου κύκλου μειώσεων μέσα στο 2027.
Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι η αυστηρότερη νομισματική πολιτική ενδέχεται να επιβαρύνει αχρείαστα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, Χόλγκερ Σμίντινγκ, υποστηρίζει ότι η αναμενόμενη άνοδος του πληθωρισμού θα αποδειχθεί προσωρινή λόγω της αδύναμης ζήτησης και συνεπώς δεν δικαιολογεί νέα αύξηση επιτοκίων.







