Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων θα πλήξει την οικονομική επέκταση, ενώ αναμένεται να περιορίσει και τη μετακύλιση του αυξημένου κόστους της ενέργειας στον πληθωρισμό, δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ μιλώντας σήμερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
“Διαπιστώνουμε ότι επίκειται υψηλότερος πληθωρισμός, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι αυτός αποκτά μόνιμο χαρακτήρα“, ανέφερε η Λαγκαρντ και πρόσθεσε: “Οι προοπτικές για τον πληθωρισμό το 2027 και το 2028 είναι υψηλότερες σε σχέση με τις εκτιμήσεις μας πριν από λίγους μήνες, κυρίως λόγω των αυξημένων τιμών της ενέργειας. Ωστόσο, σε αυτό το στάδιο δεν διαπιστώνουμε ενδείξεις ότι οι τιμές της ενέργειας οδηγούν σε αύξηση των μισθών. Παράλληλα, αν και η οικονομική ανάπτυξη έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, μετά την τελευταία μας συνεδρίαση τα μακροπρόθεσμα επιτόκια έχουν σημειώσει σημαντική άνοδο, γεγονός που θα επιβραδύνει την ανάπτυξη και θα περιορίσει τη μετακύλιση [του αυξημένου κόστους της ενέργειας] σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί στις εκτιμήσεις του Σεπτεμβρίου“.
Δεδομένου ότι μέχρι στιγμής απουσιάζουν οι δευτερογενείς επιδράσεις αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να υιοθετήσει μια “μετρημένη αντίδραση, όπως αρμόζει, ώστε να διατηρηθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο”, ανέφερε η ίδια απευθυνόμενη στους Ευρωπαίους νομοθέτες στις Βρυξέλλες.
Προειδοποίησε πάντως ότι “οι προοπτικές εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από υψηλή αβεβαιότητα, με ανοδικούς κινδύνους στον πληθωρισμό και καθοδικούς στην οικονομική ανάπτυξη”.
Οι επενδυτές πλέον βλέπουν πιθανότητα μικρότερη του 40% για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ τον επόμενο μήνα, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Τα στελέχη της ΕΚΤ εξετάζουν την ανάγκη για περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων, προκειμένου να θέσουν τον πληθωρισμό υπό έλεγχο και να αποτρέψουν τη μετακύλιση του υψηλότερου κόστους ενέργειας στις γενικότερες τιμές και στα αιτήματα για αυξήσεις μισθών.
Παράλληλα με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καλούνται να διαχειριστούν το παγκόσμιο κύμα μαζικών πωλήσεων στην αγορά ομολόγων, το οποίο προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία σε ορισμένα κράτη-μέλη της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις.
Στο μεταξύ, τα στοιχεία που θα ανακοινώσει η Eurostat αυτή την εβδομάδα αναμένεται να δείξουν ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 3,7% τον Σεπτέμβριο από 3,2% τον Αύγουστο, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον στόχο του 2%. Οι προσδοκίες των καταναλωτών για μελλοντικές αυξήσεις τιμών ενισχύθηκαν εκ νέου τον περασμένο μήνα.
Η εξασθένιση των ελπίδων για μια άμεση διευθέτηση της κρίσης στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου τη Δευτέρα, με το Brent να σκαρφαλώνει κοντά στα 107 δολ. το βαρέλι, αναζωπυρώνοντας τις ανησυχίες για επιτάχυνση του πληθωρισμού. Οι επενδυτές προεξοφλούν σχεδόν τέσσερις ακόμη αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης στα επιτόκια της ΕΚΤ μέσα στο επόμενο έτος, οι οποίες θα προστεθούν στις δύο που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε το κόστος δανεισμού σε επίπεδα που περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα, με τη Λαγκάρντ να επισημαίνει σήμερα ότι τα επιτόκια βρίσκονται επί του παρόντος στο ανώτατο όριο του εύρους εντός του οποίου ασκούν ουδέτερη επίδραση στην οικονομία.
“Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε στο ανώτατο άκρο αυτού του εύρους, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 2% και 2,5%”, δήλωσε η ίδια, υπογραμμίζοντας ότι “δεν καθορίζουμε τη νομισματική μας πολιτική με βάση το ουδέτερο επιτόκιο”.
Αντιθέτως, η ΕΚΤ οφείλει να προβλέπει όσο το δυνατόν νωρίτερα την εμφάνιση δευτερογενών επιπτώσεων, τόνισε η Λαγκάρντ, “διότι όταν αυτές εκδηλωθούν, είναι ήδη κάπως αργά”. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν διαπιστώνουν προς το παρόν “κάποια ένδειξη ότι είναι πιθανό να υπάρξουν τέτοιες επιδράσεις”, πρόσθεσε.
Η Λαγκάρντ επανέλαβε εξάλλου ότι “τα επιτόκια δεν κινούνται σε απόλυτη αντιστοιχία με τις τιμές της ενέργειας”.
Αναφερόμενη στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις αντιδρούν στην εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, απηύθυνε εκ νέου έκκληση ώστε τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης να είναι προσωρινά και να στοχεύουν ειδικά στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που τα έχουν περισσότερο ανάγκη, ασκώντας κριτική σε προγράμματα ορισμένων χωρών που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια.
“Από ό,τι διαπιστώνουμε τόσο εμείς όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα μέτρα αυτά δεν είναι απαραίτητα προσωρινά ούτε απαραίτητα στοχευμένα”, δήλωσε η Λαγκάρντ. “Πρόκειται για μέτρα οριζόντιου χαρακτήρα, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στα τμήματα του πληθυσμού που είναι περισσότερο εκτεθειμένα και ευάλωτα”.
Νέες πιέσεις στα ομόλογα
Το κύμα των ρευστοποιήσεων στα κρατικά ομόλογα εντάθηκε τη Δευτέρα, καθώς οι τιμές του πετρελαίου κερδίζουν έδαφος μετά την απόρριψη, από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, της τελευταίας πρότασης του Ιράν για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Η πτώση των τιμών οδήγησε τις περισσότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων σε άνοδο κατά 10 μονάδες βάσης κατά τη διάρκεια των πρωινών συναλλαγών, με τις αποδόσεις των τίτλων αναφοράς διάρκειας 10 και 30 ετών να πλησιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα από το 2007 και το 2004 αντίστοιχα. Παράλληλα, καταγράφηκε κατακόρυφη άνοδος στις αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων τίτλων, οι οποίες είναι πιο ευαίσθητες στη νομισματική πολιτική της Federal Reserve.
Ειδικότερα, η απόδοση στο 10ετές των ΗΠΑ κερδίζει 10 μ.β. στο 5,26%. Στην Ευρώπη, η απόδοση στο γερμανικό 10ετές ενισχύεται κατά 4 μ.β. στο 3,64%, ενώ στο αντίστοιχο βρετανικό κερδίζει 6 μ.β. στο 5,43%.
Την ίδια στιγμή ο χρυσός spot κατρακυλά 3,7% στα 4.125,05 δολ. ανά ουγγιά.
Οι ρευστοποιήσεις ομολόγων αποτελούν παγκόσμιο φαινόμενο, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας επηρεάζει τον πληθωρισμό, ωθώντας τους επενδυτές να προεξοφλούν περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Στις ΗΠΑ, η έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα και οι ανησυχίες σχετικά με τα επίπεδα του κρατικού χρέους έχουν ενισχύσει περαιτέρω αυτή την τάση.
“Η συνεχιζόμενη ρητορική της Fed υπέρ της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και η τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την πτωτική τάση στις τιμές των ομολόγων”, δήλωσε ο Damien McColough, επικεφαλής έρευνας σταθερού εισοδήματος της Westpac Banking Corp.
Οι προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική έχουν προκαλέσει απότομη άνοδο των αποδόσεων στα βραχυπρόθεσμα ομόλογα, μειώνοντας τη διαφορά απόδοσης που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατήσουν 10ετή κρατικά ομόλογα (Treasuries) έναντι των 2ετών τίτλων στις μόλις 17 μονάδες βάσης την περασμένη εβδομάδα – το μικρότερο περιθώριο από τις αρχές του 2025.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ κάλεσε πάντως τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της Fed να διατηρήσουν “ανοιχτό πνεύμα” όσον αφορά τα επιτόκια, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση της παραγωγικότητας από την τεχνητή νοημοσύνη και την απορρύθμιση της αγοράς θα συμβάλουν στον έλεγχο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ.
Οι επόμενες κινήσεις της αγοράς ομολόγων είναι πιθανό να εξαρτηθούν από τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
“Η απόρριψη από τον πρόεδρο Τραμπ της πρότασης του Ιράν για διπλωματική προσέγγιση πυροδοτεί νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου και ασκεί πιέσεις στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα”, δήλωσε ο Prashant Newnaha, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού στην TD Securities στη Σιγκαπούρη. Το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή “είναι πιθανό να παραμείνει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της αγοράς μέχρι τη δημοσίευση των στοιχείων για τον δείκτη τιμών για δαπάνες προσωπικής κατανάλωσης (PCE), τον δείκτη PMI του Institute for Supply Management (ISM) και την απασχόληση αυτή την εβδομάδα”.







